12.12.12

Περπάτησα στην Αίγινα...

Μια νύχτα στην Αίγινα θα έβγαζα τα παπούτσια μου και θα πατούσα την άμμο της Αιγινήτισσας  και θα έφτιαχνα παλάτια βρέχοντας την,παλάτια που το πρωί θα τα πατούσαν χαρούμενα παιδιά που θα γέμιζαν με φωνές την παραλία.Και δε θα με ένοιαζε τι ώρα θα ήταν γιατί εκεί είναι πάντα καλοκαίρι.
θα ήταν βράδυ και δε θα έβλεπε κανείς που έκατσα στην άκρη της ξαπλώστρας και μετρούσα τα αστέρια παρέα με ένα πορτοκαλί γατί.
Αχ Λόλα.
Ένα βράδυ στην Αίγινα δε θα έβαζα ψηλά παπούτσια γιατί θα περπατούσα στα πλακόστρωτα δρομάκια ,πίσω από τις ταβέρνες που μυρίζουν ψημένο ψάρι και τηγανιτές πατάτες ,και θα έμπαινα σε έναν κήπο,σαν αυτούς που στην φαντασία μου πίνω χυμό βύσσινο,και θα σε έβρισκα εκεί να ακούς αγαπημένα τραγούδια.
ένα βράδυ στην Αίγινα θα χόρευα στο πέτρινο σπίτι και το ξύλινο πάτωμα τρίζοντας από τα βήματά μου θα τραγουδούσε μαζί μου το κομμάτι.θα άναβα και μερικά ρεσό και θα καθόμουν κάτω να μιλήσουμε για χαζά και σοβαρά πράγματα με ένα ποτήρι λευκό κρασί,λευκό όπως οι ομπρέλες στην παραλία.Και θα πήγαινα έξω στα σκαλοπάτια για να σκύψω και να κοιτάξω τον μικρό απρόσκλητο επισκέπτη μας τον σκαντζόχοιρο που τρομαγμένος στέκεται ακίνητος.
Και το επόμενο πρωί ο ήλιος δυνατός και επιβλητικός θα μπει από τις χαραμάδες των άσπρων παντζουριών να μας ξυπνήσει,καλύτερος από ξυπνητήρι,για να βάλουμε τα μαγιό μας και ΄γω το κοντό μου μπλουζάκι και να φάμε ομελέτα στο μεγάλο τραπέζι κάτω από το κιόσκι.
Θα ζοριζόμασταν μισοζαλισμένοι από το ποτό στα Περδικιώτικα,μέσα στο σκοτάδι με ελάχιστο κοκκινωπό φως να ξεχωρίσουμε τα πρόσωπα μέσα στον κόσμο που ζεσταίνεται και παρόλα αυτά δεν θα το κουνούσε κανείς ρούπι,σα να μας κρατούσε ένας μαγνήτης αόρατος μέχρι τα ξημερώματα εκεί και θα παίρναμε κι άλλα ποτά δροσερά για να καταπολεμήσουμε την ζέστη που βγάζουν τα κορμιά μας.
Θα ξάπλωνα στην γαλάζια σανίδα και θα φοβόμουν τα μεγάλα μαύρα φύκια από κάτω-και σου λέω δεν είναι αστείο να με ρίξεις μέσα εκεί!!!και κάνοντας εσύ κουπί θα ένιωθα σαν πρωταγωνίστρια ελληνικής ταινίας,με την μουσική χαλαρή και όμορφη να ακούγεται από μακριά μαζί με τις φωνές των φίλων μας,και ο ήλιος να καίει κάθε επιφάνεια του σώματος μου,στεγνώνοντας τις αλμυρές σταγόνες μέσα από τον αφαλό μου.
Θα κάναμε προπόσεις με ένα αλλαγμένο από το σύνηθες ποτό με γλυκό φιστίκι,πίνοντας το γρήγορα για να φάμε το γλυκό καρπό !
Και θα μαλώναμε για την τελευταία μπουκιά του club-sandwich γιατί αυτό θα ήταν το πιο σημαντικό πρόβλημα μας μέσα στο άσπρο γάλαζο beachbar με σήμα κατατεθέν έναν ήλιο,ένα κοχύλι που σου χάρισα και μικρές γάτες,και οι αλμυρές τούφες μου θα μπαίνουν μέσα στα μάτια μου.
Και το καταμεσήμερο ακτίνες ήλιου που θα ξέφευγαν από τις ψάθινες ομπρέλες και θα με τύφλωνε θα έφταιγε που έχασα το ζάρι από το τάβλι μέσα στην χρυσή αμμουδιά...


Θα περπατούσαμε με λάμπα το μεγάλο φεγγάρι του καλοκαιριού,στην Πέρδικα μέχρι τον μόλο λέγοντας ιστορίες παιδικές αλλά όχι για παιδιά.Σε ένα πετρόχτιστο παγκάκι θα καθόμασταν δείχνοντας με τον αντίχειρα μας τι είναι απέναντι και 'γω θα έκανα παιχνίδι-ότι πιάνω το μικρό νησάκι με τα δυο μου δάχτυλα,γιατί σε ένα νησί όλα μπορούν να γίνουν παιχνίδι.
Κι όταν ο ουρανός γκριζάρει το πρωί και πρώτες ψιχάλες βροχής θα πέφτουν σα δάκρυα πάνω στα μαυρισμένα μου χέρια θα μπούμε στο "δελφίνι".Τα κύματα θα το χτυπάνε από αριστερά και δεξιά όπως ένα μαστίγιο,τόσο βίαια και δυνατά και 'συ θα μου πεις τραγουδιστά..."Το καλοκαίρι έφυγε...!"


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου