21.3.13

Η βόλτα που έκανε το μπαλόνι.

Κλάμα παιδικό.Κάτι σαν γκρίνια πιο πολύ.
Γυρίσαμε μαζί τα κεφάλια μας και ένα κοριτσάκι με πορφυρές μπούκλες κοιτούσε ψιλά,με υγρά μάτια και απογοητευμένο βλέμμα.
Πώς πετάνε τα μπαλόνια τόσο ψιλά στον ουρανό;
Σου έπιασα το χέρι και η παλάμη σου ήταν αστεία ιδρωμένη γιατί ακόμα είχε κρύο.
Σηκώσαμε τα μάτια μας ψιλά να δούμε το μπαλόνι που έκοβε βόλτες σε έναν γαλάζιο ουρανό να γίνεται όλο και πιο μικρό όλο και πιο μικρό και σιγά-σιγά να χάνεται κι αυτό μέσα στο απέραντο και την αιωνιότητα.
Πως δε τα σταματάει κανείς με ρώτησες εσύ και γύρισες και με κοίταξες.
Βλέμμα όμορφο και ζεστό μα συνάμα και στενάχωρο με τόση νοσταλγία.
Σαν αυτή την νοσταλγία που μας δημιουργεί μια συγκεκριμένη μυρωδιά,από ένα άρωμα,από ένα φαΐ  ή από έναν άνθρωπο...
Σαν την νοσταλγία που μας φέρνει η θύμηση του παλιού μας σπιτιού με τους ξηρούς καρπούς στο τραπεζάκι του σαλονιού και την τηλεόραση πάντα ανοιχτή,αλλά κανένας να μην την παρακολουθεί έτσι για φασαρία.
Σαν την νοσταλγία που νιώθεις όταν περνάς ένα δρομάκι που πριν χρόνια το περπατούσες ,σχεδόν πατούσες άνω του ,γιατί πετούσες,δεν πάταγες στη γη-με άτομα τότε ζεστά σαν χαλίκια που τα χτυπάει ο ήλιος,τώρα κρύα σαν παγάκια του φραπέ!
Μα για μπαλόνια θα μιλάμε τώρα;Πάει η μοίρα του αυτουνού.Αυτό θα πετάξει ανάμεσα στα αστέρια θα του πούνε ένα "γεια" βαρετό,γιατί θα είναι το 17,986ο μπαλόνι που θα συναντούν,μετά θα περάσει μια βόλτα από όλους τους πλανήτες,θα κάνει τσουλήθρα στους δακτυλίους τους και από μοναξιά μετά θα λιώσει και θα σκάσει κάνοντας ένα βουβό μπαμ.Βουβό επειδή κανένας δεν θα είναι εκεί να το ακούσει στα τελευταία του λόγια.Βουβά τα λόγια μας όταν κανένας δεν είναι εκεί να τα ακούσει και ειδικά αυτός που θέλουμε να τα ακούσει.
Ε" για τι να μιλήσουμε;",σε ρώτησα.Φοβάμαι να μιλώ μαζί σου.Φοβάμαι γιατί με κάθε σου φράση και λέξη το μυαλό μου και η καρδιά μου σε βάζουν όλο και πιο πολύ μέσα τους.Τόσο ωραία τα λες,σαν τραγουδοποιός του '50 ή ποιητής.Φοβάμαι να μιλώ μαζί σου,γιατί μπορεί να πω κάτι ανόητο,χαζό και ''συ μετά να με διορθώσεις και να γελάς μαζί μου,χαϊδεύοντας την πλεξούδα μου.
Ας μη μιλήσουμε ,είπες.Να σταθούμε σε αυτόν τον γκρι τοίχο και να πάρουμε το σπασμένο κεραμίδι,από κάτω,και όπως παλιά,που ήμασταν παιδιά να γράψουμε κάτι δικό μας.
Μια φράση από ένα ποίημα που μας εκφράζει ή από ένα βιβλίο που μας άρεσε και θέλουμε να την κάνουμε διάσημη ή την φράση ενός πολύ καλού μας φίλου,που την έλεγε συνέχεια και τώρα έχουμε καιρό να τον δούμε και μας λείπει.
Μα θα το σβήσει η βροχή.
Σημασία έχει ότι μέσα πάντα μας θα είναι γραμμένο.Σε βροχερές μέρες ή ηλιόλουστες της ζωής μας.
Σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου και σε φίλησα.
Εκεί,στην μικρή σαν τελεία ελίτσα ,λίγο πιο κάτω από την μύτη λίγο πιο πάνω από τα χείλια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου